Τετάρτη, 16 Ιανουαρίου 2008

Η τελευταία μέρα της λευκής παπαρούνας

Oι ταυρομαχίες δεν με συναρπάζουν. Σε αντίθεση με την άποψη του Χέμινγουει περί θεώρησης του τορέρο ως καλλιτέχνη που δημιουργεί με κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, το συγκεκριμένο έθιμο μου προκαλεί αρνητική προδιάθεση λόγω της ανισότητας της σύγχρονης μάχης. Ειδικά στον παραδοσιακό ισπανικό τρόπο, που αποτελεί την πιο άμεση εξέλιξη του αρχέγονου αγώνα, η εξόντωση του ταύρου σε τρία επίπεδα επίθεσης με συνεχή χτυπήματα από πλήθος αντιπάλων σε καίρια σημεία, ακατάπαυστη αιμορραγία και εξουθένωση των φυσικών αντοχών του άτυχου ζώου, μου μοιάζει περισσότερο με ένα καλοστημένο σχέδιο δολοφονίας.

Πιστεύοντας ότι το βαθύτερο νόημα ενός τέτοιου, φαινομενικά ανούσιου και άσπλαχνου εθίμου, βρίσκεται στην αναπαράσταση προιστορικών αλληλοεξοντώσεων μεταξύ ανθρώπων και ζώων ή στην απεικόνιση της τραγικής ειρωνείας των ιδανικών καταμεσής ενός δίκαιου πολέμου (σεβασμός του αντιπάλου, δόξα στον νικητή λόγω αξίας του ηττημένου, αξιοπρέπεια στη μάχη, αξιοκρατία στον αγώνα, τιμή στον νεκρό), αναζήτησα να βρω κάπου ζωντανή μια σταγόνα της δικής μου πεποίθησης, μια μάχη διαφορετική.

Το καλοκαίρι του 1989 βρέθηκα στην Ανδαλουσία...

Καλά κρυμμένο στον ψηλότερο από τους λόφους που περιτριγυρίζουν την παραλιακή πόλη El Puerto (de Santa María), το μικρό χωριό της νοτιοανατολικής Ισπανίας στην επαρχία του Κάδιθ είναι δύσκολο να ανακαλυφθεί ακόμα και από Ισπανούς που έχουν περάσει ολόκληρη τη ζωή τους στη γύρω περιοχή. Την 20η Ιουνίου, στη γραφική αυτή λιθόχτιστη οπτασία οι ντόπιοι υποδέχθηκαν, ως είθιστε τα τελευταία 238 χρόνια, την «τελευταία μέρα της λευκής παπαρούνας» με άφθονη σανγκρία, παέγια στον ξυλόφουρνο και παθιασμένο, μυστικιστικό φλαμένγκο.

Την επόμενη, απομεσήμερο του καλοκαιρινού ηλιοστασίου, οι δρόμοι παρέμεναν έρημοι και η προσμονή τεράστια. Τίποτα δεν θύμιζε το χθεσινό γλέντι παρότι η γιορτή πλησίαζε στην κορύφωσή της. Η ανυπόμονη μάζα ωθούσε από νωρίς το πρωί τον ήλιο στη δύση της μεγαλύτερης βόλτας του για αυτό τον χρόνο και μόνο δύο εύχονταν αυτό το ταξίδι να ήταν ακόμα μακρύτερο.

Ο 25χρονος Χοσέ Μαρία Ανθανάρες και ο 6χρονος Εσιελίτο. Δεν είχαν ποτέ γνωριστεί αλλά - κυρίως - η μοίρα καθώς και ορισμένες - συνειδητές - επιλογές θα τους έσμιγαν και ταυτόχρονα θα τους χώριζαν για πάντα εκείνη την ημέρα. Ο Χοσέ το γνώριζε εδώ και ένα χρόνο, ο Εσιελίτο θα το ένιωθε την τελευταία στιγμή.

Για τους τουριστικούς οδηγούς η γιορτή όφειλε την ονομασία της στο γεγονός ότι τη μεγαλύτερη μέρα του έτους ο καυτός ήλιος τύφλωνε και ωρίμαζε ολοκληρωτικά τις παπαρούνες. Για τους ντόπιους όμως, η τελευταία μέρα της λευκής παπαρούνας συμβόλιζε το καλά κρυμμένο μυστικό τους, ποτισμένο από το αίμα του ιερού ταύρου ή του αγαπημένου τορέρο που ήταν αρκετό για να πορφυρίσει το «Ιερό Πεδίο». Το στρογγυλό εκείνο και τραχύ χωράφι με τις παπαρούνες, στην βορεινή πλευρά του λόφου, κολλητά στο εκκλησάκι του Σαν Εστεμπάν.

Συγκεντρωμένο το πλήθος στον βράχο πάνω από το εκκλησάκι, στις 7 ακριβώς, θα παρακολουθούσε με κομμένη ανάσα την ετήσια αλλά και αέναη μάχη των δυο παλαιότερων και πλουσιότερων οικογενειών του χωριού, βασισμένη στην αλληλοεκτίμηση, τον αλληλοσεβασμό και την έμφυτη μαχητική ικανότητα των αντιπροσώπων-μονομάχων τους.

Οι Ανθανάρες και οι Καμπέθας είναι για αιώνες η αριστοκρατία του μικρού χωριού. Εκτρέφουν με πάθος ταύρους τους οποίους πουλούν στις καλύτερες αρένες ενώ κάποτε είχαν μέλη των οικογενειών τους ανάμεσα στους πιο γνωστούς – συμβατικούς - τορέρος του κόσμου. Πριν 238 χρόνια, οι πρόγονοι τους μετά από μακρά συζήτηση για την αξία και τη σημασία της ταυρομαχίας καθώς και την ιερότητα του ταύρου ως συμβόλου δύναμης αποφάσισαν την αποκοπή του καλύτερου μέρους της παραγωγής τους από τις πωλήσεις και τη δημιουργία ενός αγώνα όπου ο πραγματικά καλύτερος θα κέρδιζε, μια ωδή στην γενναιότητα και αξία των αγωνιζομένων. Αξιοκρατικά, ο άνθρωπος ως ισότιμος μονομάχος, σε περίπτωση ήττας θα όφειλε το ίδιο τίμημα με τον ταύρο. Θάνατος στο πεδίο της μάχης. Και ο επιζήσας ταύρος θα απολάμβανε την ίδια τιμή με έναν τορέρο. Δόξα και αναγνώριση του μεγαλείου της δύναμης του.

Στο καφενεδάκι της κεντρικής πλατείας, οι πρεσβύτεροι των δύο οικογενειών συμφώνησαν τους παρακάτω όρους:

-Δικαίωμα στη μάχη θα είχε κάθε ενήλικο αρσενικό μέλος.

-Ο τορέρο θα ανήκε στην μια οικογένεια και ο ταύρος στην άλλη, πηγαίνοντας εναλλάξ κάθε χρόνο, κατά τη 19η ώρα του καλοκαιρινού ηλιοστασίου.

-Ο ταύρος θα ήταν ευθύς απόγονος μιας εκ των δέκα καλύτερων οικογενειών ταύρων κάθε φάρμας, που θα επιλέγονταν με αυστηρά κριτήρια τα επόμενα 20 χρόνια.

-Ο τορέρο θα είχε δικαίωμα συμμετοχής για όσο διάστημα ήθελε και κατάφερνε να μείνει ζωντανός.

-Η μάχη θα ήταν ισότιμη, με ένα μαχαίρι 23 εκατοστών για τον τορέρο που να αντισταθμίζει τα κέρατα του ζώου και μόνη κάλυψη τα φυσικά εμπόδια του χώρου.

-Σε περίπτωση θανάτου του τορέρο, η σειρά δεν θα άλλαζε σύμφωνα με τον δεύτερο κανόνα αλλά η μάχη θα επαναλαμβανόταν τον ακόλουθο χρόνο με τον αμέσως επόμενο στην ιεραρχία τορέρο της χαμένης οικογένειας και τον πρωτότοκο του νικητή και ιερού πλέον ταύρου.

-Ο νικητής ταύρος θα απολάμβανε ίδιες τιμές και σεβασμό με τον τορέρο, χρησιμοποιούμενος πλέον ως τα βαθιά του γηρατειά για την αναπαραγωγή απογόνων αντίστοιχης αξίας.

-Το έθιμο θα ανήκε αποκλειστικά στα βλέμματα των ντόπιων και ο νεκρός μονομάχος, άνθρωπος ή ταύρος, θα θάβεται με τιμές από τη νικήτρια οικογένεια στην «Αυλή των Ενδόξων», το δασύλλιο που καλύπτει την είσοδο του χωριού.

Δεν έχει σημασία πώς ο φίλος σου ο Τζάκι έμαθε για αυτό το μεγαλειώδες συναπάντημα ιδανικών. Ούτε πώς ξεπέρασε τον τελευταίο κανόνα και βρέθηκε εκεί την ημέρα που ο Χοσέ Μαρία Ανθανάρες αντιμετώπισε τον Εσιελίτο, τον γιο του «ιερού» Εσιέλο που μόλις πέρυσι είχε νικήσει τον πατέρα του Χοσέ, Ερνέστο και έβαλε τέλος στη ζωή του πιο θρυλικού εκ των τορέρος των δυο οικογενειών.

Ο Ερνέστο σκότωσε με το μαχαίρι του 17 ταύρους Καμπέθας και είδε να πεθαίνουν 6 εκ των πιο γενναίων και άξιων τορέρος της αντίπαλης (μόνο για μία ημέρα το χρόνο) οικογένειας, υπερασπιζόμενος για πρώτη φορά την τιμή του πατέρα του σε ηλικία 21 ετών και δίνοντας την τελευταία μάχη στα 61 του, όντας ακόμα σε άριστη σωματική και πνευματική κατάσταση.

Δεν θα σου πω ούτε το αποτέλεσμα της τρομερής εκείνης μάχης. Σημασία έχει να αντιληφθείς τον σεβασμό αυτών των ανθρώπων προς τον θηριώδη αντίπαλο και τα ιδανικά ενός αναπόφευκτου μα δίκαιου αγώνα. Την αντρειοσύνη, την τελειότητα των ψυχικών και φυσικών ικανοτήτων τους καθώς και τους συμβολισμούς της ταυρομαχίας χωρίς περιορισμούς, όπου άξιος σκοτώνει άξιο για την ανάδειξη και εξύψωση ξεχασμένων μα αληθινά αγνών ιδανικών.

Αν ποτέ βρεθείς σε χώρα που η ταυρομαχία αποτελεί παράδοση και αντικρύσεις λαμπερά πόστερς να σε καλούν να απολαύσεις τους διασημότερους εκ των τορέρος, θυμίσου τον πολυταξιδεμένο φίλο Τζάκι, τον Τζάκι τον Jazz. Ο αρτιότερος τορέρο του κόσμου, ο δικαιότερος, ικανότερος, αξιοπρεπέστερος και πιο κοντινός στην ασυγκράτητη ταύρινη δύναμη θα είναι πάντα ένας Καμπέθας ή ένας Ανθανάρες, από ενα μικρό χωριό της Ανδαλουσίας, στους λόφους του Κάδιθ.

Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2008

Μετα το Γεγονός - Μέρος 3ο

Δεν είναι παράξενο που ο Κουρτ βρήκε τη λύση και σε αυτόν τον γρίφο. Το επόμενο μεσημέρι, στη διάρκεια του γεύματος, εξήγησε στη σύζυγο τη λογική με την οποία έφτασε στην απάντηση. Της άρεσε πολύ να παρακολουθεί τον σύζυγό της να εξηγεί τις σκέψεις του. Πέρα από την ηλικία, δεν είχε ούτε την ανάλογη πνευματική καλλιέργεια, με αποτέλεσμα να θαυμάζει υπέρμετρα τον τρόπο με τον οποίο ο Κουρτ απλοποιούσε τον κάθε γρίφο και έκανε κατανοητή τη λύση στο ακροατήριό του. Στη συγκέντρωση (στου Νέστορα) το επόμενο βράδυ, επανέλαβε την εξήγηση για να γίνει κατανοητή σε όλους τους άνδρες του Κάτω Χωριού. Η κυρία Favr ανήκει αδιαμφισβήτητα στην Α πληθυσμιακή ομάδα του Σμάλιν ενώ για τον κύριο Favr δεν μπορούμε να γνωρίζουμε -αυτή είναι η απάντηση.


Αν φαίνεται παράξενο στον αναγνώστη το γεγονός οτι δεν υπήρχαν άλλοι που να καταλήγουν στις απαντήσεις, αυτό οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στην βεβαιότητα που είχε πλέον κάθε κάτοικος οτι "ο Κουρτ θα μας το λύσει κι αυτό" κι έτσι δεν πολυασχολούνταν σοβαρά με την -πολύ σημαντική για το χωριό- επιδίωξη της επίλυσης. Αυτή η νωθρότητα με την οποία αντιμετώπιζαν οι άνδρες τις δοκιμασίες δεν είχε περάσει απαρατήρητη από τον κλητήρα, πράγμα που θα φανεί στη συνέχεια. Ο αναγνώστης ενδέχεται να μπερδεύεται επιπλέον από την εμμονή του αφηγητή να αναφέρεται αποκλειστικά στους άνδρες του Κάτω Χωριού χωρίς καμιά αναφορά στις συζύγους και τα τέκνα (πέραν της οικογένειας του Κουρτ την οποία έχουμε περιγράψει σε χονδρές γραμμές λόγω της ιδιότητας του πρωταγωνιστή της ιστορίας που φέρει ο αρχηγός της). Ο αφηγητής θα προσπαθήσει να εξηγήσει συνοπτικά σε αυτό το σημείο την δομή της κοινωνίας του Κάτω Χωριού προκειμένου να αποσαφηνιστεί και αυτό το ομιχλώδες σημείο της ιστορίας.

Η κοινωνία του Κάτω Χωριού ήταν κατά βάση πατριαρχική. Οι ρόλοι των μελών της οικογένειας ήταν διακριτοί και σεβαστοί απ' όλους. Οι άνδρες ήταν κυρίως υπεύθυνοι για τις βαρύτερες εργασίες με τις γυναίκες να βοηθούν στις πιο ελαφριές (πχ. στο άρμεγμα των αγελάδων) και να έχουν σαν βασικό καθήκον να μεγαλώνουν με στοργή τα παιδιά και να φροντίζουν το σπιτικό. Τα παιδιά ελάμβαναν τη βασική μόρφωση από τους ευσυνείδητους δασκάλους του σχολείου και τις πρακτικές γνώσεις για τις γεωργικές και κτηνοτροφικές εργασίες από τους πατεράδες τους. Όσον αφορά στις διοικητικές διαδικασίες, τα πράγματα λειτουργούσαν με απλό πλην δημοκρατικό τρόπο. Υπήρχε ο Πρώτος Κύκλος στον οποίο οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι διαχειρίζονταν τα δημόσια πράγματα και νομοθετούσαν δια βοής και με βάση την αρχή της πλειοψηφίας. Επίσης, υπήρχε και ο Δεύτερος Κύκλος του οποίου τα μέλη δίκαζαν και καταδίκαζαν οδηγούμενοι από τα νομοθετήματα του Πρώτου Κύκλου. Δικαίωμα του εκλέγεσθαι είχαν μόνο οι άντρες άνω των 23 ετών ενώ δικαίωμα του εκλέγειν όλοι οι κάτοικοι (άντρες και γυναίκες) άνω των 16 ετών.


Η ιδιαίτερα ισχυρή κοινωνική αλληλεγγύη και η σχεδόν ανύπαρκτη εγκληματικότητα (απότοκα και τα δύο του Γεγονότος και του δραματικού μετασχηματισμού της ψυχολογίας των ανθρώπων που επέζησαν) καθιστούσαν πρακτικά αχρείαστο τον Δεύτερο Κύκλο ο οποίος υπήρχε -σύμφωνα με την άποψη που επικρατούσε- "διότι ποτέ δεν ξέρεις ποιός δαίμονας θα κουρντίσει τον ήρεμο άνθρωπο". Η αμέριστη εμπιστοσύνη και ο σεβασμός που όριζε τις σχέσεις των κατοίκων είχε καταστήσει πρακτικά ανίσχυρη ακόμα και την ιδιότητα του νομίσματος του χωριού ως μοναδική επίσημη ανταλλακτική αξία αφού, στην καθημερινή πρακτική, ανταλλάσσονταν αγαθά με αγαθά ή με υπηρεσίες (ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι εκείνη η οικογένεια που προσέφερε φρέσκα λαχανικά για ένα χρόνο σαν πληρωμή προς τον δάσκαλο για την θεωρητική εκπαίδευση του γιου).

Τέλος, μέσα σε αυτή την ιδιόμορφη κοινότητα με τις κομμουνιστικές συνήθειες, την χριστιανική ηθική και την δημοκρατική διοίκηση, οποιοδήποτε αγαθό μπορούσε να αποκληθεί πολυτέλεια (και σε αυτή την κατηγορία ενέπιπταν όλα τα αγαθά που δεν παράγονταν από τους κατοίκους στα γεωγραφικά πλαίσια του Κάτω Χωριού), είναι προφανές οτι προερχόταν από τις προσφορές των Συμβούλων του Επάνω Χωριού. Σε αυτά τα τελευταία, κάποιες -σπάνιες- φορές συμπεριλαμβάνονταν και ορισμένες μικρές τεχνολογικές ευκολίες όπως πρόχειρα ηλεκτρονικά συστήματα ασύρματης επικοινωνίας εμβέλειας μερικών δεκάδων μέτρων. Αυτά τα ιδιαίτερα αγαθά διαμοιράζονταν από τον Πρώτο Κύκλο όσο το δυνατόν δικαιότερα ανάμεσα στα νοικοκυριά.

Εκείνο το σούρουπο, ενώ είχε μόλις περάσει μια από τις συνηθισμένες μπόρες που τόσο πολύ αγαπούσαν οι κάτοικοι του χωριού, ο Κουρτ ξεκουραζόταν δίπλα στη σόμπα της κουζίνας, έχοντας στο πλάι του τη σύζυγο και στην αγκαλιά την όμορφη θυγατέρα του. Αν και παραξενεύτηκε που κάποιος του χτύπαγε την πόρτα τέτοια ώρα, δεν βιάστηκε να σηκωθεί με αποτέλεσμα, όταν τελικά άνοιξε, να βρει μονάχα ένα νοτισμένο φάκελο στο κεφαλόσκαλο χωρίς κανένα ίχνος του αγγελιοφόρου. Με προσοχή για να μην ανησυχήσει τη σύζυγο, άνοιξε το φάκελο και διάβασε το λακωνικότατο μήνυμα: "Κάτω από το καλάθι που μαζεύετε τις θρούμπες, θα βρεις ένα φάκελο. Αυτός ο γρίφος είναι μόνο για σένα. Αποτελεί μια γραφειοκρατική διαδικασία για να δικαιολογήσουμε την επιλογή σου. Δεν έχω αμφιβολία οτι θα ανταποκριθείς. Την επόμενη φορά που θα κατέβω θα μου δώσεις την απάντησή σου. Υπογραφή> ο Κλητήρας."


Χωρίς να έχει πολυκαταλάβει, ο Κουρτ έτρεξε στο καλάθι, το ανασήκωσε, βρήκε το φάκελο και τον άνοιξε. Με μια μικρή ανατριχίλα, διάβασε όρθιος το (τυπωμένο!) έγγραφο:

Σε ένα αποκρυφιστικό μοναστήρι της Αλμεράγια, οι μοναχοί συγκεντρώνονται κάθε πρωινό, σχηματίζουν ένα κύκλο και προσεύχονται. Κατά τη διάρκεια της προσευχής αλλά και καθ’όλη τη διάρκεια της ημέρας απαγορεύεται να ανταλλάξουν οποιαδήποτε κουβέντα (ή νεύμα). Επιπλέον, τα κελιά της μονής δεν διαθέτουν καθρέφτες και είναι αδύνατον για κάθε «ένοικο» να δει την εικόνα του με οιονδήποτε τρόπο. Κάποια των ημερών εμφανίζεται ο Θεός και θέτει τους μοναχούς προ των ιερών ευθυνών τους. «Ορισμένοι από εσάς έχετε αμαρτήσει. Αύριο το πρωί κάθε αμαρτωλός θα εμφανίσει μια κόκκινη βούλα στο μέτωπό του. Προκειμένου να σωθούν οι αδελφοί σας, κάθε ένας που αντιλαμβάνεται οτι ανήκει στους αμαρτωλούς οφείλει να θέσει τέλος στην επίγεια ζωή του», τους είπε. Ως αναμενόταν, την επόμενη κάποιοι εκ των μοναχών είχαν εμφανίσει τη βούλα. Το ενδέκατο πρωινό μετά την παρουσία Του, το μοναστήρι είχε καθαρίσει από τους αμαρτωλούς και ο κίνδυνος της θείας τιμωρίας είχε εκλείψει. Ένα ερώτημα μόνο απέμενε για να μας θυμίζει την ιστορία των μοναχών της Αλμεράγια: Πόσοι θυσιάστηκαν για τη σωτηρία της Ιεράς Μονής;


Συνεχίζεται...

Πέμπτη, 27 Δεκεμβρίου 2007

Μετά το Γεγονός - Μέρος 2ο

Στην πραγματικότητα, ο γρίφος δεν ήταν τόσο δύσκολος ώστε να δικαιολογούνται οι αντιδράσεις των κατοίκων προς τον κλητήρα. Ο Κουρτ βρήκε την απάντηση εκείνη τη μέρα ενώ όργωνε το χωράφι και ικανοποιήθηκε, θα έλεγε κανείς, τριπλά. Μια επειδή έλυσε το γρίφο, δεύτερη επειδή θα χάριζε στην οικογένειά του και στους γειτόνους του τα λαχταριστά ψάρια και τρίτη επειδή επιβεβαίωσε για άλλη μια φορά πόσο καλό του κάνει όλη αυτή η διαδικασία -να ακονίζει δηλαδή και το μυαλό την ίδια ώρα που απασχολείται σωματικά με τις καθημερινές εργασίες.

Το ίδιο βράδυ, στις 20:27 ακριβώς (όπως ήταν συμφωνημένο) όλοι οι άντρες του χωριού συγκεντρώθηκαν στο καπηλειό του Νέστορα για να συζητήσουν σχετικά με το γρίφο. Έπρεπε να καταλήξουν καθώς -όπως προέβλεπε η διαδικασία- αύριο το πρωί στις 09:10 ο απεσταλμένος τους θα συναντούσε τον κλητήρα στη μέση του Κάθετου Δρόμου που συνδέει τα δυο χωριά για να του ανακοινώσει την απάντησή τους. Το σημείο συνάντησης ήταν το υψηλότερο σημείο στο οποίο επιτρεπόταν να βρεθεί κάποιος Κατωχωρίτης αφού σε διαφορετική περίπτωση, οι Σύμβουλοι είχαν καταστήσει σαφές πως θα διέκοπταν διαμιάς τις γενναιόδωρες (όπως τις χαρακτήριζαν) προσφορές τους.

Ο απεσταλμένος του Κάτω Χωριού δεν ήταν ο ίδιος κάθε φορά. Σε αντίθεση με τον κλητήρα του Επάνω Χωριού, δεν αποτελούσε η θέση αυτή κάποιο θεσμοθετημένο αξίωμα. Μολαταύτα, τους τελευταίους μήνες η συχνότητα με την οποία επιλεγόταν ο Κουρτ γι' αυτή την αποστολή (λόγω βέβαια και της τεράστιας συμβολής του στην επίλυση των γρίφων) ήταν εμφανώς μεγαλύτερη από οποιουδήποτε άλλου. Αυτό βέβαια το άτυπο προνόμιο που απολάμβανε ο Κουρτ, διόλου ενοχλούσε τους υπόλοιπους -αντιθέτως, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ένιωθαν όλοι μεγάλη ευχαρίστηση που συνέδραμε την κοινή προσπάθεια ένας τόσο ευφυής άντρας.

Η συζήτηση για το γρίφο κράτησε λίγο αφού ο Κουρτ πήρε το λόγο νωρίς και εξήγησε αναλυτικά οτι η ανταμοιβή δεν μπορούσε παρά να βρίσκεται στο πρώτο κουτί, δεδομένων των προϋποθέσεων που όριζε ο κλητήρας. Στη συνέχεια, χαρούμενοι και ανακουφισμένοι οι παρευρισκόμενοι, απόλαυσαν το εξαίσιο βραστό της κατσαρόλας που είχε ετοιμάσει ο Νέστορας για την περίσταση καταναλώνοντας παράλληλα πολλά λίτρα από εκείνη την υπεροχή αρωματική μπύρα που τους είχαν χαρίσει προ εβδομάδων οι Σύμβουλοι του Επάνω Χωριού, μετά από μια άλλη εύστοχη επίλυση γρίφου.

Οι επόμενες ημέρες ήταν πολύ ήσυχες στο Κάτω Χωριό. Σε κάθε σπίτι αναλογούσε ένα κομμάτι από την τελευταία αμοιβή και κάποιο από τα γεύματα σε κάθε οικογενειακό τραπέζι συνοδευόταν από αυτές τις νοστιμότατες τσιπούρες. Ο Κουρτ ήταν πολύ χαρούμενος με τον εαυτό του και ανέμενε με προσμονή τον επόμενο γρίφο που θα υπαγόρευε ο κλητήρας το ίδιο απόγευμα στην κεντρική πλατεία. Μονάχα ένα πράγμα τον προβλημάτιζε (χωρίς βέβαια να τον ανησυχεί). Ήταν κάτι που του είχε πει ο κλητήρας όταν συναντήθηκαν εκείνο το πρωινό στον Κάθετο Δρόμο για να του ανακοινώσει την απάντηση του τελευταίου γρίφου. Είχε βέβαια συνηθίσει να τον βλέπει, αλλά αυτό δεν δικαιολογούσε να ξέρει τόσα πολλά για εκείνον. Τον είχε περιεργαστεί, θυμόταν, από πάνω ως κάτω, πριν του απευθύνει φιλικά το λόγο: " Ώστε εσύ είσαι ο Κουρτ! Πώς είναι η μικρή; Τη σόμπα την έφτιαξες ή ακόμα την έχεις την κακομοίρα μες στο κρύο;".

Φυσικά την είχε επισκευάσει τη σόμπα ο Κουρτ, αλλά το σημαντικό δεν ήταν αυτό. Πρώτα απ'όλα, πώς ήξερε ο κλητήρας το όνομά του; Πώς ήξερε οτι έχει κόρη, οτι αυτή είναι μικρή και τέλος, πώς είναι δυνατόν να ήξερε για το πρόβλημα που αντιμετώπιζε με τη σόμπα του; Επιστρέφοντας προς το χωριό εκείνο το πρωί, σκεφτόταν όλ' αυτά με ελαφρά ανησυχία. Γέλασε με τον εαυτό του στο ενδεχόμενο να υιοθετήσει κάποια από αυτές τις υπερφυσικές θεωρίες που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους συγχωριανούς του σχετικά με τους Επανωχωρίτες και μετά από λίγο είχε ξεχάσει τελείως το όλο περιστατικό. Μονάχα αυτό του είχε μείνει στο μυαλό - ο χαιρετισμός που του απηύθυνε ο κλητήρας όταν γύρισε να φύγει. Του είχε πει με μεγάλη σιγουριά "Γεια σου Κουρτ, θα τα ξαναπούμε σύντομα. Θα ακούσεις από μένα!".

Η ώρα έφτασε λοιπόν. Ο κλητήρας είχε ήδη πάρει θέση πάνω στην αυτοσχέδια εξέδρα που είχαν κατασκευάσει στη δυτική πλευρά της πλατείας (έξω από την εκκλησία) ενώ οι κάτοικοι συγκεντρώνονταν βιαστικά για να ακούσουν τη νέα δοκιμασία. Μετά από ένα σύντομο πρόλογο (όπου εξηγούσε την απόφαση του Συμβουλίου στο εξής να επιλέγονται σημαντικά δυσκολότεροι προς επίλυση γρίφοι) ακολούθησε -εν μέσω απολύτου σιγής- η πολυαναμενόμενη ανάγνωση:

Σε μια μακρινή χώρα, σε μια μακρινή ήπειρο, σε ένα μακρινό πλανήτη ενός μακρινού γαλαξία, υπάρχει ένα χωριό που ονομάζεται Σμάλιν. Στο χωριό Σμάλιν οι κάτοικοι μονάχα ρωτούν, δεν εκφράζουν ποτέ κατάφαση ή άρνηση. Μάλιστα, όλες τους οι ερωτήσεις απαντώνται μονολεκτικά, με ναι ή όχι. Εκτός αυτού, οι κάτοικοι είναι χωρισμένοι σε δυο πληθυσμιακές ομάδες. Η ομάδα Α ρωτάει αποκλειστικά ερωτήσεις στις οποίες η σωστή απάντηση είναι "ναι" ενώ η ομάδα Β ρωτάει μόνο ερωτήσεις στις οποίες σωστή απάντηση είναι "όχι". Σε αυτό το χωριό λοιπόν, ακούστηκε κάποτε ο κύριος Favr να ρωτάει τη συζυγό του: "Αγάπη μου, ανήκουμε και οι δύο στην ίδια πληθυσμιακή ομάδα"; Τι μπορεί κανείς να συμπεράνει για τον καθένα από τους δυο Favr, ακούγοντας αυτή την ερώτηση;

Συνεχίζεται..

Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2007

Μετά το Γεγονός - Μέρος 1ο

Ο Κουρτ ξύπνησε νωρίτερα αυτό το πρωινό. Είχε ανήσυχο ύπνο κι έτσι τελικά αποφάσισε να μην το παλέψει άλλο και να σηκωθεί. Τι κι αν ήταν μόλις 05:20; Έτσι κι αλλιώς το μυαλό του ήταν ταραγμένο τις τελευταίες δέκα ώρες αφού προσπαθούσε να λύσει το νέο γρίφο που είχε υπαγορεύσει ο κλητήρας του Επάνω Χωριού. Χθες το απόγευμα, στην καθιερωμένη εβδομαδιαία συγκέντρωση των κατοίκων στην κεντρική πλατεία, τα πνεύματα οξύνθηκαν αφού τη φορά αυτή το Συμβούλιο προσέφερε δυσανάλογα μικρή αμοιβή, δεδομένης της δυσκολίας του συγκεκριμένου γρίφου.

Προσέχοντας μην ξυπνήσει την νεαρή του σύζυγο που κοιμόταν στο πλάι του, καθώς και την αγαπημένη του θυγατέρα που απολάμβανε τον ξέγνοιαστο ύπνο της στην ξύλινη κούνια της μερικά μέτρα παραδίπλα, σηκώθηκε από το κρεβάτι αλαφροπατώντας και οδηγήθηκε στην κουζίνα για το καθημερινό του πρωινό. Έβαλε να βράσει μια κούπα φρέσκο κατσικίσιο γάλα και ξεδιάλεξε δυο μικρές ντομάτες από αυτές που είχε μαζέψει χθες από το παρτέρι. Μια δόση κίτρινο τυράκι και δυο παξιμάδια από το φούρνο του Λεβ (του κουμπάρου του) συμπλήρωσαν το γεύμα.

Ο Κουρτ ήταν ένας άντρας ακούραστος, γεμάτος ζωντάνια. Όπως όλοι οι ενήλικοι άντρες του Κάτω Χωριού ήταν δουλευταράς. Δούλευε τη γη του και φρόντιζε τα ζωντανά με μεγάλη ζέση, με την λυτρωτική βεβαιότητα οτι λόγω της Κατάστασης δεν είχε περιθώρια να χασομεράει προκειμένου να μπορεί να ταΐζει καθημερινά την οικογένειά του. Ακόμα περισσότερο, δεν είχε κανέναν άλλο τρόπο να εξασφαλίζει τα απαραίτητα παρά μόνο φροντίζοντας σαν στοργικός πατέρας το μικρό κομμάτι γης που του είχαν καταμερίσει κατά την Μεγάλη Διανομή.

Καθισμένος στην ξύλινη καρέκλα που είχε κατασκευάσει ο ίδιος, δίπλα στη σόμπα της κουζίνας, κρατούσε μπροστά στα χείλη του την κούπα με το αχνιστό γάλα και παρατηρούσε αφηρημένα έξω από το παράθυρο το νέο πρωινό που ξημέρωνε. Στους πρόποδες του Όρους, όπου είχε χτιστεί το χωριό τους μετά το Γεγονός, η πυκνή ομίχλη ήταν καθημερινό φαινόμενο. Ιδιαίτερα αυτές τις ώρες, κανείς δυσκολευόταν να δει -όχι μόνο την κορυφή του Όρους αλλά- ακόμα ακόμα και τα πρώτα σπίτια του Επάνω Χωριού. Χτισμένο μερικές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα από την κορυφή (στην ανατολική πλαγιά του Όρους έτσι ώστε να προστατεύεται από τους ισχυρούς βορειοδυτικούς ανέμους της περιοχής), το Επάνω Χωριό έστεκε κυρίαρχο και επιβλητικό με τέτοιο τρόπο ώστε αυτή η υψομετρική διαφορά με το χωριό του Κουρτ (το Κάτω Χωριό) να εκφράζει σε απόλυτη αναλογία την ιδιότυπη σχέση εξουσίας που είχε δημιουργηθεί ανάμεσα στους δύο οικισμούς.

Ο Κουρτ είχε λίγη ώρα να διαθέσει πριν καταπιαστεί με τις καθημερινές του εργασίες και όπως συνήθιζε σε ώρες χαλάρωσης και ηρεμίας, αναλογίστηκε το παρόν και το μέλλον του τόπου του. Είχε την ευτυχία να διαθέτει μια δόση πιο καλλιεργημένο πνεύμα από τους συγχωριανούς του και κατ' αυτόν τον τρόπο να μην συμμερίζεται τις δεισιδαίμονες πεποιθήσεις τους σχετικά με την δημιουργηθείσα Κατάσταση. Είχε βέβαια και αυτός προ πολλού απορρίψει την ιδέα της βίαιης διεκδίκησης των προνομίων που απολάμβαναν οι κάτοικοι του Επάνω Χωριού. Αυτός όμως, για εντελώς διαφορετικούς λόγους από τους λόγους των απαίδευτων συγχωριανών του. Οι τελευταίοι αρέσκονταν να κατασκευάζουν μυθικά σχήματα με τα οποία δικαιολογούσαν την άλλως ανεξήγητη Κατάσταση που είχε δημιουργηθεί μετά το Γεγονός.

Πίστευαν δηλαδή οτι οι κάτοικοι του Επάνω Χωριού δεν ήταν ακριβώς άνθρωποι. Ήταν ενδεχομένως κάτι ανάμεσα στο ανθρώπινο και στο θεϊκό. Στη χειρότερη περίπτωση ήταν θνητοί αλλά με ορισμένες θεϊκές ιδιότητες ή το ολιγότερο (αυτό τουλάχιστον δεν μπορούσε να το αρνηθεί κανείς!) απολάμβαναν την προστασία κάποιων παντοδύναμων θεοτήτων οι οποίες τους προμήθευαν με διαλεχτά αγαθά τα οποία είχαν εξαφανιστεί από τη Γη μετά το Γεγονός. Δεν μπορούσαν με κανένα άλλο τρόπο να εξηγήσουν πώς -ενώ οι ίδιοι μοχθούσαν καθημερινά για να κερδίσουν το δικαίωμα στην επόμενη μέρα καλλιεργώντας τη γη τους και φροντίζοντας τα ζωντανά τους- οι Επανωχωρίτες διέθεταν όλα αυτά τα θεσπέσια εδώδιμα και τα αντικείμενα με τα οποία τους αντάμειβαν κάθε φορά που πετύχαιναν να λύσουν τον γρίφο που τους υπαγόρευε ο κλητήρας στην κεντρική πλατεία.

Η αλήθεια -στην οποία είχε καταλήξει ο Κουρτ μη αποδεχόμενος παγανιστικές εξηγήσεις- ήταν οτι προφανώς οι συνέπειες του Γεγονότος παρουσίαζαν διακριτή ανισομέρεια ανάμεσα σε κοντινούς πληθυσμούς και αυτή η εύνοια της τύχης είχε παρουσιάσει στους κατοίκους του Επάνω Χωριού την ευκαιρία να εκμεταλλευτούν την άγνοια των Κατωχωρίτων και να τους εγκλωβίσουν σε μια σχέση εξουσιαστή- εξουσιαζόμενου, μιας και έλεγχαν απόλυτα τον εφοδιασμό των πλέον επιθυμητών τους αγαθών. Δεδομένης και της Κατάστασης, εξ' αιτίας της οποίας οποιαδήποτε διαδρομή πέρα από τα όρια της περιοχής του Όρους ήταν ανέφικτη, έίναι εύκολο να κατανοήσει κανείς τη στωικότητα με την οποία είχαν αποδεχθεί οι Κατωχωρίτες την μεταξύ των οικισμών μονομερή σχέση εξάρτησης.

Με δυο λόγια, οι συγχωριανοί του Κουρτ ήταν απλοί άνθρωποι. Φοβισμένοι. Με νωπές τις τραγικές μνήμες από τις ημέρες του Γεγονότος και αποφασισμένοι να αφοσιωθούν στην επιδίωξη της μακροημέρευσης γι' αυτούς και για τις οικογένειές τους χωρίς να ρισκάρουν, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες για το μέλλον τους. Είχαν καταλήξει να είναι ένας φιλήσυχος λαός, συμβιβασμένος με τη μοίρα του και μάλιστα ευγνώμονες για την γενναιοδωρία των κατοίκων του Επάνω Χωριού, ακόμα και έτσι, παρά δηλαδή την -για τα μάτια ενός τρίτου- ακατανόητη διαδικασία δοκιμασίας/ ανταμοιβής.


Αυτά λοιπόν αναλογιζότανε ο Κουρτ εκείνο το ομιχλώδες πρωινό στην καλύβα του στην βορειοανατολική πλευρά του Κάτω Χωριού, διακόσια μέτρα από την κεντρική πλατεία και μόλις δυο στενά παραπάνω από το φούρνο του Λεβ. Αυτό που δεν έχει αναφερθεί, αλλά ενδεχόμενα είναι πρόδηλο για τον οξύνου αναγνώστη, είναι το γεγονός οτι ο Κουρτ απολάμβανε μεγάλου σεβασμού από τους συγχωριανούς του όντας αφενός υπόδειγμα οικογενειάρχη και παράδειγμα εργατικότητας και αφετέρου επειδή ήταν συνηθέστατα εκείνος ο οποίος έλυνε τους πιο δύσκολους γρίφους του Συμβουλίου του Επάνω Χωριού και εξασφάλιζε έτσι πλούσιες ανταμοιβές για το σύνολο των κατοίκων.


Δεν είναι υπερβολή να πούμε οτι μέσα σε αυτό το πλαίσιο της ιδιαίτερης πνευματικής πενίας στο οποίο είχε αναγκαστεί να ζει και να εργάζεται ο Κουρτ μετά το Γεγονός (μην έχοντας δηλαδή ερεθίσματα άλλα ώστε να οξύνει την πνευματική του καλλιέργεια) οι εβδομαδιαίοι γρίφοι που υπαγόρευε στην πλατεία ο κλητήρας του Συμβουλίου του Επάνω Χωριού αποτελούσαν για τον ίδιο μια αρκετά ευχάριστη ρουτίνα, ίσως ακόμα ακόμα να ήταν τόσο σημαντική ασχολία ώστε τελικά να μην τον ενδιέφερε τόσο η πιθανή ανταμοιβή όσο αυτή καθεαυτή η πνευματική πρόκληση που αντιπροσώπευε η κάθε δοκιμασία. Ο τελευταίος λοιπόν γρίφος του κλητήρα (που του είχε στερήσει τον χθεσινοβραδινό του ύπνο) είχε την ακόλουθη μορφή:

Ο κλητήρας παρουσίασε τρία μεγάλα, κλειστά κουτιά. Ενημέρωσε τους παρευρισκόμενους οτι ένα από τα κουτιά περιέχει την ανταμοιβή (τέσσερις ντουζίνες φρέσκες τσιπούρες ήταν αυτή την εβδομάδα) και τα άλλα δύο είναι άδεια. Το κάθε κουτί είχε αναρτημένη μια επιγραφή από την έξω πλευρά, ορατή σε όλους. Επίσης, ενημέρωσε οτι το πολύ μια επιγραφή από τις τρεις είναι αληθινή. Οι άλλες είναι ψευδείς. Η επιγραφή στο πρώτο κουτί έλεγε: «ΑΥΤΟ ΤΟ ΚΟΥΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΙΟ» Στο δεύτερο : «Η ΑΝΤΑΜΟΙΒΗ ΒΡΙΣΚΕΤΑΙ ΕΔΩ» και στο τρίτο «ΤΟ ΔΕΥΤΕΡΟ ΚΟΥΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΔΕΙΟ». Ως συνήθως, οι κάτοικοι θα έκαναν συνέλευση και μετά δυο μέρες έπρεπε να απαντήσουν κατηγορηματικά ποιο κουτί επιλέγουν να ανοίξουν.

Συνεχίζεται..

Πέμπτη, 20 Δεκεμβρίου 2007

Ανγκόλα, 3 Ιουνίου 1989

Θα έχεις καταλάβει σίγουρα χριστουγεννιάτικε αναγνώστη ότι ένα αναμμένο τζάκι και ο απαλός ήχος της τζαζ είναι για μένα ένας συνδυασμός τόσο υπέροχος και αψεγάδιαστος που με εκπλήσσει το γεγονός ότι δεν προυπήρχε στη φύση. Ευτυχώς, τον δημιούργησε ο άνθρωπος, και πλέον μπορούμε να τον απολαμβάνουμε.

Το βράδυ της περασμένης Κυριακής λοιπόν, δύο κούτσουρα σιγόκαιγαν ήδη στο τζάκι, είχα ακουμπήσει ένα βινύλιο του Herbie Hanckock στο πικ-απ και καθώς έψαχνα στα ντουλάπια για ένα 18άρι Balmenach που είχα κρύψει κάποτε, η ματιά μου έπεσε πάνω σε μια φωτογραφία που είχα να δω πάνω από 10 χρόνια. Σε μια φωτογραφία ενός πολύ καλού μου φίλου, του Luca του Posanzini. Ο Luca είναι, απ’ όλους τους ζωντανούς φίλους μου, αυτός που έχει φτάσει πιο κοντά στο θάνατο.
Χειρονάκτης υποδηματοποιός στο επάγγελμα, αποφάσισε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 να καταταγεί στον μισθοφορικό στρατό της χώρας του, μιας και το εισόδημα του –ακόμα και στην Ιταλία, την κατ’ εξοχήν χώρα που λατρεύει τη φινέτσα και την λεπτομέρεια- δεν ήταν αρκετό. Η συμμετοχή του σε μια «ειρηνευτική» αποστολή στην εμπόλεμη ζώνη της Ανγκόλας ήταν το αναπόφευκτο επακόλουθο.

Η πιο περίεργη μέρα στη ζωή του φίλου μου του Luca ήταν η 3η Ιουνίου του 1989. Η διμοιρία του πραγματοποιούσε περιπολία ρουτίνας στα περίχωρα της πρωτεύουσας Λουάντα. Ο Luca περπατούσε λίγα μέτρα πιο μπροστά από τους υπόλοιπους όταν άκουσε έναν δυνατό και απότομο κρότο. Σχεδόν ακαριαία ένιωσε ένα έντονο τσίμπημα λίγο πιο κάτω από τον ώμο του. Όταν γονάτισε, δευτερόλεπτα αργότερα, άκουγε ακόμα την ηχώ που τριγυρνούσε ανάμεσα στα χαμηλά αφρικάνικα σπίτια. Η πρώτη σκέψη που ήρθε στο μυαλό του Luca ήταν η εκπληκτική ομοιότητα με μια σκηνή από ένα παλιό φιλμ western, που είχε ακριβώς τον ίδιο συνδυασμό κινήσεων και ήχων. Ο έντονος πόνος ακαριαία τον επανέφερε στη δική του πραγματικότητα. «Μάλιστα, τώρα μπορεί και να πεθάνω» σκέφτηκε με σοκαριστικό κυνισμό. Δεν ένιωσε φόβο, ούτε καν απογοήτευση. Μόνο τσαντίλα. Δεν τον απασχόλησε καν ποιος ήταν ο τύπος που πυροβόλησε. Ήταν κάποιος καχεκτικός αφρικανός με ρώσικο καλάσνικοφ. Ήταν κι αυτό μέρος του παιχνιδιού, και το ήξερε.

Έχει σταματήσει πλέον να νιώθει πόνο κι αυτό τον αγχώνει ακόμα περισσότερο γιατί καταλαβαίνει ότι το σώμα του έχει μουδιάσει. Και είναι πια σίγουρος ότι του απομένουν λεπτά, δευτερόλεπτα ίσως. Περιμένει να δει το τούνελ με το λευκό φως η ένα γρήγορο φιλμάκι με τα highlights της ζωής του αλλά συνεχίζει να βλέπει τέσσερις Ιταλούς μισθοφόρους να τον κοιτάνε σαστισμένοι, σχεδόν ακίνητοι. Τσαντίζεται ακόμα περισσότερο. «Πεθαίνω ρε μάγκες» σκέφτεται, «κάντε κάτι ενδιαφέρον. Ή τουλάχιστον φύγετε από πάνω μου γιατί ο χτικιάρης παραμονεύει ακόμα. Δε θα ήταν καθόλου cool να πεθάνω με 4 πτώματα γύρω μου». Ήταν οι τελευταίες τσαντισμένες του σκέψεις πριν τα βλέφαρά του βαρύνουν ανυπόφορα και αναγκαστεί να τα κατεβάσει.
Ο Luca Posanzini ανέκτησε τις αισθήσεις του 2 μέρες αργότερα σε ένα στρατιωτικό κατάλυμα στο κέντρο της Λουάντα. Τα τελευταία 12 χρόνια ζει με τη γυναίκα του και τις 3 κόρες του σε ένα ορεινό χωριό της Τοσκάνης. Ίσως να αναρωτιέσαι χριστουγεννιάτικε αναγνώστη αν ο φίλος μου ο Luca, βρισκόμενος τόσο κοντά στο θάνατο, εκτίμησε πραγματικά την ομορφιά της ζωής. Θα σου προτείνω λοιπόν να αποφύγεις να τον ρωτήσεις κάτι τέτοιο, αν ποτέ τον συναντήσεις. Αν πάντως –ανήμπορος να συγκρατήσεις την περιέργειά σου- το κάνεις, να ξέρεις ότι ο Luca ο Posanzini θα σε κοιτάξει με βλέμμα απορημένο και, ελαφρώς τσαντισμένα, θα σου απαντήσει ότι δε χρειαζόταν να φάει μια σφαίρα στη Νοτιοανατολική Αφρική για να το συνειδητοποιήσει.

Τον ξέρω καλά τον Luca, αυτό θα σου απαντούσε. Σε ξέρω κι εσένα όμως, δε θα τον ρωτούσες ποτέ κάτι τέτοιο.

Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2007

Ο μπάρμαν που δεν κέρασε ποτέ

Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πότε ακριβώς εγκαταστάθηκε στη μικρή αυτή κωμόπολη της πολιτείας. Οι παλιότεροι τον θυμούνταν ενώ ήδη το σαλούν του ήταν σε λειτουργία. Όπερ σημαίνει πως η άφιξη του είχε περάσει εντελώς απαρατήρητη. Η μυστηριακή και βλοσυρή ιδιοσυγκρασία του όμως δεν άργησε να αγγίξει το υποσυνείδητο των κατοίκων και η περιέργειά τους να εξαφανίσει και το τελευταίο ίχνος εχεμύθειας που μπορεί να διακρίνει τους πολίτες ενός τόσο μικρού και απομονωμένου μέρους.


Στα 47 χρόνια που έζησε εκεί, οι μόνες πιθανές αλήθειες για το άτομό του μπορούν να θεωρηθούν όσες ο ίδιος ξεστόμισε σε σπάνιες εξομολογήσεις του. Δηλαδή καμία. Όταν αντιλήφθηκε πως η αξία της ζωής στην Άγρια Δύση είναι τόσο φτηνή όσο μια αδέσποτη σφαίρα, αποφάσισε να κάνει αυτό που θα του την εξασφάλιζε για όσο το δυνατόν περισσότερο. Υιοθέτησε το επώνυμο της Γαλλίδας μητέρας του και έγινε μπάρμαν στο δικό του λιθόχτιστο σαλούν σε μια ήσυχη κωμόπολη. "Τι κοινότυπη ιστορία...", θα σκέφτηκες μόλις τώρα ανυπόμονε αναγνώστη. Ο φίλος σου ο Τzaki όμως, που ξέρει, σε πληροφορεί πως ο Buzz Presveille έγινε υπέρτατος μύθος. Φρόντισαν για αυτό οι συμπολίτες του και τα αποτελέσματα της παραξενιάς του.

Ο Buzz αγάπησε να ποτίζει αλκοόλ και να γυαλίζει ποτήρια. Αρνήθηκε να αποτυπωθεί σε άγαλμα αλλά, αν αυτό είχε ποτέ συμβεί, θα κρατούσε σίγουρα μια πετσέτα και ένα μπουκάλι καλό μπέρμπον. Ο Buzz, πληροφοριακά, δεν αγάπησε τίποτα άλλο. Ειδικά τους τσαμπατζήδες και τους "καλούς πελάτες". Γιατί αυτοί οι δύο τύποι "υπανθρώπων", όπως έλεγε, επιζητούσαν το κέρασμα. Έτσι άρχισαν όλα.

Την εποχή που ήταν να χτιστεί ο υπερσιδηρόδρομος, δεκάδες μικρές πόλεις έριζαν για ένα σταθμό και λίγη από τη δόξα του. Η επιτροπή αξιολόγησης καλοπερνούσε από πόλη σε πόλη, δεχόμενη αμέτρητα κεράσματα και δώρα σαν ελάχιστη προσπάθεια επηρεασμού. Όταν κάποτε βρέθηκαν στην κωμόπολη του Buzz, ο δήμαρχος έκανε οτιδήποτε μπορούσε για να τους αποτρέψει από το σαλούν του. Φευ! Το λιθόχτιστο τους έθελξε και κατανάλωσαν ασύστολα σαμπάνιες, ουίσκι και μεζέδες αρίστης ποιότητας. Όταν, αδιάφοροι, αποπειράθηκαν να φύγουν, ο Buzz που μέχρι τότε ανέμελα γυάλιζε τα ποτήρια, σάλταρε ως την πόρτα και ζήτησε "208 bucks gentlemen, only cash please". O κόσμος τρόμαξε και φοβήθηκε το σαματά μα ο μάγκας ο Buzz όχι μόνο πήρε τα 208$ ακατέβατα αλλά εξασφάλισε και τη διέλευση του σιδηροδρόμου. Διότι όπως είπε ο πρόεδρος του συμβουλίου ¨from aaaall the States duuuuude, only in this f´cken toooown I saw a maaaan wiv baaaalls¨.

Κάτι ανάλογο συνέβη και με τον Χίνγκθαμ Ουιντερμπότομ, το βασιλιά του λιγνίτη που αλώνιζε την περιοχή για να εγκαταστήσει την αυτοκρατορία του και από εκείνη τη μέρα αγόρασε το διπλανό κτίριο και έπινε καθημερινά στου Buzz. Εννοείται πως τα ακούμπαγε ανελλιπώς.


Ο τρομερός Jesse James όχι μόνο εξόφλησε αλλά άφησε και δώρο το καπέλο του ενώ ο Ουάσινγκντον, ο γνωστός, αναφώνησε εκεί τον περίφημο λόγο του περί αξιοκρατίας όταν κλήθηκε να πληρώσει κατά τη διάρκεια της πρώτης προεκλογικής περιόδου. Ανάμεσα σε άλλους που έβαλαν το χέρι στην τσέπη ενώ αποπειράθηκαν να φύγουν "κυριλέ" ήταν οι αδερφοί Ντάλτον μετά απ' την ληστεία της τοπικής τράπεζας, ο Λούκυ Λουκ που πέρασε μια μέρα μετά κυνηγώντας τους Ντάλτον και ο "πολύς" Μπίλυ Δε Κίντ που από τα νεύρα του πυροβόλησε 37 παράθυρα με ένα εξάσφαιρο. Όλα όμως αφού είχε φύγει απ' του Buzz κρατώντας για πρώτη φορά στο χέρι του απόδειξη "κατάθεσης" 78$.

Τον ίδιο χαρακτήρα επιφύλασσε για τις κυρίες των τιμών και τις αλανιάρες, τις τραγουδίστριες, τις ζόρικες και τις πεταλουδίτσες, τις ομορφούλες και την Καλάμιτυ Τζέην. "Όλα έχουν την τιμή τους και το ποτάκι σας 3.60$ αγαπητή" τις φλέρταρε, χαρίζοντας το - τουλάχιστον cool - χαμόγελό του.

Μια φορά, ένας μεγάλος μάγος της εποχής που μπορούσε να εξαφανίζει τον εαυτό του, έκανε το τρομερό αυτό νούμερο στο μπαρ του Buzz αλλά στο μέρος που πριν βρισκόταν το σώμα του βρέθηκαν 17 δολάρια και 63 σεντς. Όσα ακριβώς ήταν ο λογαριασμός του.

Οι ντόπιοι ωρύονταν πως δεν θα ξαναπατήσουν στον "cheapy" κι όμως το επόμενο βράδυ τους έβρισκες εκεί, λογής διασημότητες δοκίμαζαν την τύχη τους και έτρωγαν τα μούτρα τους, μέντιουμ μελετούσαν τον τρόπο που έτριβε τα ποτήρια για να ανακαλύψουν τι είδους μάγια κάνει ενώ οι μπούκηδες της εποχής έγιναν πάμπλουτοι μιας και το στοίχημα "Ποιός είναι ο πρώτος που δεν θα πληρώσει στου Buzz " δεν ανέδειξε ποτέ νικητή.


Κάθε λογής θηλυκό τον ερωτεύτηκε από το μότο του πως σε αυτό το χώρο "δύο 'μι' δεν παν μαζί, μνί και μπαρ αλλάζουν ιδιότητες" αλλά αυτό είναι μια διαφορετική ιστορία που θα την πούμε κάποια άλλη φορά. Εδώ το θέμα είναι αναγνώστη μου, και ειδικά εσύ πριγκηπέσα μου όμορφη που διαβάζεις τον Tzaki, την επόμενη φορά που θα επισκεφθείς ένα μπαρ να θυμηθείς τον Buzz. Και να χαμογελάσεις πικρόχολα στον μπάρμαν που μόλις σε κέρασε γιατί είσαι σίγουρη πως ο Buzz ήταν ο ένας και μοναδικός. Και να του το πεις.

Κι αν ποτέ βρεθείς σε κείνη την κωμόπολη της πολιτείας και ρωτήσεις για τον Buzz Presveille, μάλλον δεν θα λάβεις καμία πληροφορία. Αυτά είναι λεπτομέρειες που μόνο ο φίλος σου ο Tzaki μπορεί να γνωρίζει, ο Tzaki ο Jazz.

Όλοι όμως θα έχουν μια ιστορία να σου διηγηθούν για τον Μπάρμαν Που Δεν Κέρασε Ποτέ.

Τετάρτη, 12 Δεκεμβρίου 2007

Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ. Τυχερέ.

Ο Άγγελος ο Κιουλές είναι ωραίος τύπος. Τα πρωινά που πηγαίνω να αγοράσω την εφημερίδα μου στο μπακαλικάκι του στη γωνία με συνοδεύει πάντα μια χαμογελαστή καλημέρα και τα σχετικά πειράγματα ανάλογα με την επικαιρότητα και τα διαφορετικά πολιτικά, ποδοσφαιρικά και περί θηλυκών γούστα μας.

Όταν τελειώσει τη βάρδια του, τακτικά ανεβαίνει για ένα κρασάκι στο μπαλκόνι και πάντα θα έχει μια σύντομη και καλή ιστορία για να ζεσταθούν τα πνεύματα. Κι όταν καμιά φορά φύγει για την πατρίδα, στην επιστροφή του θα με περιμένει φρέσκο ευωδιαστό βούτυρο, σπιτικό ταμπάκο, ελιές και κρασί παραγωγής του παππού του ως ελάχιστη απόπειρα εξισορρόπησης της διαταραγμένης μου καθημερινότητας κατά τις ημέρες της απουσίας του.


Κάποτε, στα 14 του, έπαιζε μπάλα σε ένα χωριό στα παράλια της Αδριατικής, είχε όνειρο να γίνει κρεοπώλης σαν τον "πάππο" του και ονομαζόταν Ίγκλι Κούλε. Αγνοούσε τι βρισκόταν πέρα από τη θάλασσα μέχρι την ημέρα που ανάγκασαν την οικογένεια του να φύγει γιατί η μάνα είχε την ατυχία να είναι "Ελληνίδα" του είπαν. "Βορειοπειραιώτισσα" διακωμωδεί αυτός με τα σπαστά ελληνικά του. Οι πιο πολλοί έφυγαν μέσω θάλασσας προς κάποια "Ιταλία" αλλά ο πατέρας του φοβόταν το βαθύ μπλε που απλωνόταν μπροστά τους και αποφάσισε να γυρίσουν στην "πατρίδα" της μάνας.

Περπάτησε 37 νύχτες παράλληλα με τα σύνορα για να βρει πέρασμα, έκανε Χριστούγεννα σε μια καλύβα στην Πρέσπα και έπιασε την πρώτη του δουλειά σε πορτοκαλεώνα στη Φλώρινα ένα χιονισμένο κουτσο-Φλέβαρο. Πληρωνόταν τις μισές φορές, μιας και τις άλλες μισές τους παρατούσαν στη μέση του πουθενά με την απειλή της αστυνομίας - μετά, φυσικά, από το μάζεμα της σοδειάς. Κατέβηκε νότια γιατί εξασθένησε γρήγορα και βρήκε ένα καλό αγροτικό σπίτι, σε ένα ορεινό χωριό. Βαφτίστηκε Άγγελος για να δείξει την καλή του θέληση στους ντόπιους και να ικανοποιήσει τις σιωπηλές απαιτήσεις τους - όχι πως αυτό άλλαξε βέβαια την συμπεριφορά των αφεντάδων απέναντί του.


Απελάθηκε δύο φορές, την τελευταία μάλιστα τη θυμάται με περίσσιο κέφι. Η ώρα 5 το πρωί, στοιβαγμένοι στην καρότσα μισοδιαλυμένου φορτηγού πήγαιναν να μαζέψουν ελιές. Το αφεντικό έπεσε σε μπλόκο αλλά νομίζοντας οτι κανείς από τους εργάτες δεν μιλάει ελληνικά είχε τον εξής διάλογο με τον κύριο αστυφύλακα:

- Για που το 'βαλες πατριώτη;
- Δω πιο κάτω, έχω κανα-δυο ρίζες για μάζεμα.
- Έχεις και τίποτα άλλο μήπως;
- (Ένοχη σιωπή). Δυο ρίζες μωρέ είναι, τι άλλο να 'χω. (Κι άλλη ένοχη σιωπή). Ότι άλλο έχω για σας πήγαινε. (Ψίθυροι).
- Ντάξει, καλό δρόμο τότε κι ο Θεός μαζί σου.

Μετά από 50 μέτρα ο θείος έκανε το αμάξι δεξιά, πήδηξε έξω και άφησε την καρότσα στην ευγενική διάθεση του αστυφύλακα που τον συνεχάρη για τον πατριωτισμό και την ευσυνειδησία του.

Με τις απελάσεις συνήθισε τους δρόμους στα βουνά και η επιστροφή έγινε πιο εύκολη αλλά, καθώς η κοινωνία εξελίσσεται, έκανε πιο σύνθετα τα δικά του προβλήματα. Τώρα ο γιος του είναι ο νέος Ίγκλι που έχει Αλβανό πατέρα κι αυτός ένας μετανάστης που πλουτίζει εδώ, μας παίρνει τις δουλειές και στέλνει τα λεφτά πίσω στο σπίτι του. "Άτιμη φάρα...".

Γιατί στα λέω όλα αυτά αναγνώστη; Γιατί όπως σου ανέφερα και παραπάνω, ο Ίγκλι Κούλε είναι μερακλής τύπος και έξω καρδιά.


Σε άκουσα προχτές στην καφετέρια να αποκαλείς τον σερβιτόρο "αλβανό" μέσα από τα δόντια σου γιατί δεν σου έφερε πατατάκια με την μπύρα σου. Άκουσα και το σερβιτόρο να σε αποκαλεί ανάλογα όταν βρήκε για πουρμπουάρ 19 αποτσίγαρα και δύο κολλημένες τσίχλες στο τασάκι. Ο γιος σου ειρωνεύτηκε έτσι τον χοντρούλη αγαθό συμμαθητή που παρέδωσε εργασία για τους Ολυμπιακούς με θέμα "Ευγενής Άμηλα" και ο ταξιτζής που σε μετέφερε χθες
χρησιμοποίησε τον ίδιο όρο όσες φορές δεν συγκρατήθηκε και πάτησε την κόρνα του. Και ήταν πολλές.

Έχω να σου αραδιάσω άλλα 342 παραδείγματα μόνο για σήμερα αλλά αφού είσαι δικός μου αναγνώστης σημαίνει ότι ήδη μπήκες στο νόημα. Δόξα τους προγόνους ημών, η γλώσσα μας έχει άπειρες εναλλακτικές ώστε επιτυχημένα να χαρακτηρίσεις κάποιον ως ανίκανο, φτηνό, αναξιόπιστο ή βλάκα.

Τώρα που έμαθες για τον Ίγκλι και την ιστορία του, πρέπει να αντιλήφθηκες ότι χρησιμοποιείς λανθασμένο όρο για να μειώσεις τον διπλανό σου λέγοντας κάτι αρνητικό. Πες το και στους φίλους σου. Κι αν φέρουν αντιρρήσεις πες πως το 'πε ο Tzaki. Ο Tzaki ο Jazz.